"[...] Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Φοράνε θαλασσιές φόρμες ή χακί ξεβαμμένες, γιομάτες μικρές κουκίδες κόκκινες, πράσινες, μαύρες, άσπρες. Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια. [...] Όταν δείτε σε καμιάν εξοχή έναν άνθρωπο να 'ναι ακουμπισμένος με την πλάτη σ' έναν τοίχο και να καπνίζει ή να παίζει το κομπολόι του, είναι ναυτικός που 'χει πάρει τη σύνταξή του. Έχει πιάσει, καθώς λένε, αγκωνάρι."
"Παραμονή Χριστούγεννα ... Όσο μεθυσμένος να 'σαι, ξεζαλίζεσαι στο μομέντο. Κάθεσαι πάνω σε μια σιδερένια δέστρα και σκέφτεσαι. Οι εργάτες σχολάνε και προσπερνούν αδιάφορα. Βάνεις αυτί, μήπως ακούσεις τη γλώσσα του τόπου σου. Βγαίνεις από τους ντόκους και τριγυρνάς στην εργατική συνοικία. Βλέπεις τα φωτισμένα θαμπά τζάμια, τα δαντελένια κουρτινάκια. Ανοίγει μια πόρτα και σε χτυπά η μυρουδιά του σπιτιού, της κουζίνας. Η μάνα σου τούτη την ώρα βγάνει τους κουραμπιέδες και σε θυμάται. Έχει κλάψει από νωρίς, μα το κρύβει. Έχει δει όνειρο κακό. Καράβι κάτου απ' τα δέντρα. "Πότε θα του ξαναπλύνω τα ρούχα..." Τα λερωμένα, τ' άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα ... Κάπου παίζει ένα πιάνο. Ψάχνεις για τρίτη φορά τις τσέπες σου. Στα πόδια σου γυαλίζει ένα σελίνι. Σκύβεις. Γελάστηκες. Βρέχει. Βρίσκεις ένα καταφύγιο του πρώτου πολέμου και μπαίνεις. Βρωμάει, όμως είναι ζεστά. Σκοντάφτεις πάνω σ' ανθρώπους που βλαστημάνε. Αποκοιμιέσαι καθιστός χάμω. Σηκώνεσαι μόλις φέξει. Ένας που στρίβει τσιγάρο, σε κοιτάζει και βρίζει. Βγαίνεις και χτυπάς τα πόδια σου. Βρίσκεις μια γόπα βρεμένη ... Πενήντα μέτρα πιο πέρα κυματίζει μια σημαία άσπρη και γαλάζια."
"Παραμονή Χριστούγεννα ... Όσο μεθυσμένος να 'σαι, ξεζαλίζεσαι στο μομέντο. Κάθεσαι πάνω σε μια σιδερένια δέστρα και σκέφτεσαι. Οι εργάτες σχολάνε και προσπερνούν αδιάφορα. Βάνεις αυτί, μήπως ακούσεις τη γλώσσα του τόπου σου. Βγαίνεις από τους ντόκους και τριγυρνάς στην εργατική συνοικία. Βλέπεις τα φωτισμένα θαμπά τζάμια, τα δαντελένια κουρτινάκια. Ανοίγει μια πόρτα και σε χτυπά η μυρουδιά του σπιτιού, της κουζίνας. Η μάνα σου τούτη την ώρα βγάνει τους κουραμπιέδες και σε θυμάται. Έχει κλάψει από νωρίς, μα το κρύβει. Έχει δει όνειρο κακό. Καράβι κάτου απ' τα δέντρα. "Πότε θα του ξαναπλύνω τα ρούχα..." Τα λερωμένα, τ' άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα ... Κάπου παίζει ένα πιάνο. Ψάχνεις για τρίτη φορά τις τσέπες σου. Στα πόδια σου γυαλίζει ένα σελίνι. Σκύβεις. Γελάστηκες. Βρέχει. Βρίσκεις ένα καταφύγιο του πρώτου πολέμου και μπαίνεις. Βρωμάει, όμως είναι ζεστά. Σκοντάφτεις πάνω σ' ανθρώπους που βλαστημάνε. Αποκοιμιέσαι καθιστός χάμω. Σηκώνεσαι μόλις φέξει. Ένας που στρίβει τσιγάρο, σε κοιτάζει και βρίζει. Βγαίνεις και χτυπάς τα πόδια σου. Βρίσκεις μια γόπα βρεμένη ... Πενήντα μέτρα πιο πέρα κυματίζει μια σημαία άσπρη και γαλάζια."
( Αποσπάσματα από το "ΒΑΡΔΙΑ", 3η έκδοση: ΆΓΡΑ, 1989 - 1996. )
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου