Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

"[...] Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Φοράνε θαλασσιές φόρμες ή χακί ξεβαμμένες, γιομάτες μικρές κουκίδες κόκκινες, πράσινες, μαύρες, άσπρες. Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια. [...] Όταν δείτε σε καμιάν εξοχή έναν άνθρωπο να 'ναι ακουμπισμένος με την πλάτη σ' έναν τοίχο και να καπνίζει ή να παίζει το κομπολόι του, είναι ναυτικός που 'χει πάρει τη σύνταξή του. Έχει πιάσει, καθώς λένε, αγκωνάρι."

"Παραμονή Χριστούγεννα ... Όσο μεθυσμένος να 'σαι, ξεζαλίζεσαι στο μομέντο. Κάθεσαι πάνω σε μια σιδερένια δέστρα και σκέφτεσαι. Οι εργάτες σχολάνε και προσπερνούν αδιάφορα. Βάνεις αυτί, μήπως ακούσεις τη γλώσσα του τόπου σου. Βγαίνεις από τους ντόκους και τριγυρνάς στην εργατική συνοικία. Βλέπεις τα φωτισμένα θαμπά τζάμια, τα δαντελένια κουρτινάκια. Ανοίγει μια πόρτα και σε χτυπά η μυρουδιά του σπιτιού, της κουζίνας. Η μάνα σου τούτη την ώρα βγάνει τους κουραμπιέδες και σε θυμάται. Έχει κλάψει από νωρίς, μα το κρύβει. Έχει δει όνειρο κακό. Καράβι κάτου απ' τα δέντρα. "Πότε θα του ξαναπλύνω τα ρούχα..." Τα λερωμένα, τ' άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα ... Κάπου παίζει ένα πιάνο. Ψάχνεις για τρίτη φορά τις τσέπες σου. Στα πόδια σου γυαλίζει ένα σελίνι. Σκύβεις. Γελάστηκες. Βρέχει. Βρίσκεις ένα καταφύγιο του πρώτου πολέμου και μπαίνεις. Βρωμάει, όμως είναι ζεστά. Σκοντάφτεις πάνω σ' ανθρώπους που βλαστημάνε. Αποκοιμιέσαι καθιστός χάμω. Σηκώνεσαι μόλις φέξει. Ένας που στρίβει τσιγάρο, σε κοιτάζει και βρίζει. Βγαίνεις και χτυπάς τα πόδια σου. Βρίσκεις μια γόπα βρεμένη ... Πενήντα μέτρα πιο πέρα κυματίζει μια σημαία άσπρη και γαλάζια."


( Αποσπάσματα από το "ΒΑΡΔΙΑ", 3η έκδοση: ΆΓΡΑ, 1989 - 1996. )

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ο κήπος των ανθισμένων κοριτσιών, Μαρσέλ Προυστ

......Κι έτσι κάθε καινούργια συνάντηση είναι ένα είδος επανόρθωσης που μας επαναφέρει σε ό,τι πραγματικά είχαμε δει. Είχαμε ήδη χάσει την ανάμνησή του, γιατί τελικά αυτό που λέμε να θυμάσαι έναν άνθρωπο, είναι στην πραγματικότητα να τον ξεχνάς......

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011


       οι πόλεις και τα σημάδια 1
     Περπατάς για μέρες ανάμεσα στα δέντρα και τις πέτρες. Σπάνια το μάτι σου σταματάει πάνω σ' ένα πράγμα κι αυτό μόνο όταν το έχει αναγνωρίσει από το σημάδι κάποιου άλλου πράγματος: ένα αποτύπωμα πάνω στην άμμο δείχνει το πέρασμα της τίγρης, ένας βάλτος αναγγέλλει μία φλέβα νερού, ο λουλούδι του ιβίσκου το τέλος του χειμώνα. Τα υπόλοιπα μένουν βουβά και συνεχώς αλλάζουν θέση μεταξύ τους : τα δέντρα κι οι πέτρες είναι μόνο αυτά που είναι.
     Τελικά το ταξίδι σε οδηγεί στη πόλη Ταμάρα. Εκεί μπαίνεις από δρόμους γεμάτους επιγραφές που προεξέχουν από τους τοίχους. Το μάτι δε βλέπει πράγματα αλλά σχήματα πραγμάτων που σημαίνουν άλλα πράγματα, η τανάλια δείχνει το σπίτι του πρακτικού οδοντογιατρού, το τσουκάλι την ταβέρνα, οι λόγχες τους στρατώνες, η ζυγαριά το μανάβικο.
     Αγάλματα και θυρεοί απεικονίζουν λιοντάρια δελφίνια πύργους αστέρια, σημάδι πως κάτι -ποιός ξέρει τι- έχει για σημάδι ένα λιοντάρι ή δελφίνι ή πύργο ή αστέρι. 'Aλλα σήματα ειδοποιούν γι' αυτό που σ' ένα μέρος απαγορεύεται - να μπαίνεις στο δρομάκι με τα κάρα, να κατουράς πίσω απ' το κιόσκι, να ψαρεύεις με το καλάμι απ' την γέφυρα- και γι' αυτό που επιτρέπεται -να ποτίζεις τις ζέμπρες, να παίζεις με τις μπίλλιες, να καις τα πτώματα των γονιών σου-.
     Από τις πόρτες των ναών φαίνονται τα αγάλματα των θεών, ο καθένας με τα δικά του χαρακτηριστικά: το κέρας της Αμαλθείας, την κλεψύδρα, την μέδουσα, έτσι που ο πιστός μπορεί να τους αναγνωρίσει και να τους απευθύνει τις ανάλογες προσευχές. Αν κάποιο κτίριο δεν έχει καμμιά επιγραφή ή σχήμα, η ίδια η του η μορφή κι η θέση του μέσα στη διάταξη της πόλης αρκούν για να δείξουν τη λειτουργία του, το παλάτι, η φυλακή, το νομισματοκοπείο, η πυθαγόρειος σχολή, το πορνείο.
     Ακόμα και τα εμπορεύματα που οι πωλητές εκθέτουν στους πάγκους αξίζουν όχι αυτά καθαυτά αλλά σα σημάδια άλλων πραγμάτων, ο κεντημένος κεφαλοδέτης σημαίνει κομψότητα, το χρυσοποίκιλτο κλειστό φορείο εξουσία, οι τόμοι του Αβερόη γνώση, το περιδέραιο του αστραγάλου ηδονή. Το βλέμμα διατρέχει τους δρόμους σαν να ήταν γραμμένες σελίδες: η πόλη σου υπαγορεύει κάθε τι που πρέπει να σκεφτείς, σε κάνει να επαναλαμβάνεις το δικό της λόγο κι ενώ πιστεύεις πως επισκέπτεσαι την Ταμάρα δεν κάνεις άλλο από το να καταγράφεις τα ονόματα που μ' αυτά εκείνη καθορίζει τον εαυτό της κι όλα της τα μέρη.
     Πως είναι η αληθινή πόλη κάτω απ' αυτό το πυκνό περίβλημα των σημαδιών, τι περιέχει ή τι κρύβει, φεύγεις από την Ταμάρα χωρίς να το μάθεις.
     Έξω εκτείνεται η γη, άδεια, ώς τη γραμμή του ορίζοντα, ανοίγει ο ουρανός, τρέχουν τα σύννεφα.
     Στη μορφή που το τυχαίο κι ο αέρας δίνουν στα σύννεφα γυρεύεις ήδη ν' αναγνωρίσεις σχήματα: ένα ιστιοφόρο, ένα χέρι, έναν ελέφαντα...