Τρίτη 31 Μαΐου 2011


ZΩΑ

Νομίζω θα τα κατάφερνα να ζήσω με τα ζώα, είναι τόσο
γαλήνια και επιφυλακτικά.
Στέκομαι και τα κοιτάζω για πολλή ώρα.
Δεν ιδρώνουν και δε γκρινιάζουν για την κατάστασή τους
Δε μένουν ξύπνια στο σκοτάδι δακρύζοντας για τα αμαρτήματά τους
Δε μ' αρρωσταίνουν συζητώντας το καθήκον τους στο Θεό
Κανένα δεν είναι δυσαρεστημένο - κανένα δεν τρελαίνεται με τη
μανία της ιδιοκτησίας πραγμάτων
Κανένα δε γονατίζει σε άλλο , ούτε για να φιλήσει το γένος του που
έζησε πριν από χιλιάδες χρόνια
Ούτε ένα δεν είναι ευηπόληπτο ή φίλεργο πάνω σε ολόκληρη τη γη.

Walt Whitman

Κυριακή 29 Μαΐου 2011


Το δώρο των προσβολών
Κάποτε ζούσε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε τον προκαλούσε. Η φήμη του έφτασε πολύ μακριά και πολλοί μαθητές έρχονταν για να μαθητεύσουν πλάι του.
Μια μέρα, ένας ασήμαντος πολεμιστής έφτασε στην πόλη, αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα νικήσει τον σπουδαίο δάσκαλο. Μαζί με την δύναμή του, είχε το ταλέντο να εντοπίζει τις αδυναμίες του αντιπάλου του. Περίμενε πάντα τον αντίπαλο να κάνει την πρώτη κίνηση, αποκαλύπτοντας έτσι την αδυναμία του, και μετά του επιτεθότανε ανελέητα και με τρομερή ταχύτητα. Κανείς δεν είχε αντέξει μαζί του, πέραν του πρώτου γύρου της μάχης.
Παρά τις συμβουλές των μαθητών του, ο γέρος δάσκαλος δέχτηκε με χαρά την πρόκληση του νεαρού πολεμιστή. Καθώς λοιπόν είχαν λάβει τις θέσεις τους, ο νεαρός πολεμιστής άρχισε να προσβάλλει τον γέρο πολεμιστή, να του πετάει χώμα και να τον φτύνει στο πρόσωπο. Για πολλές ώρες συνέχισε να τον προσβάλλει, με κάθε γνωστή κατάρα και προσβολή. Μα ο γέρος πολεμιστής παρέμενε ατάραχος και ακίνητος, μέχρι που τελικά ο νεαρός πολεμιστής εξουθενώθηκε και αναγνωρίζοντας την ήττα του, έφυγε ντροπιασμένος.
Οι μαθητές του γέρου πολεμιστή, λίγο απογοητευμένοι που δεν έγινε μάχη, μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν «πως άντεξες τέτοιο εξευτελισμό; Πως κατάφερες να τον διώξεις;»
«Εάν κάποιος σου προσφέρει ένα δώρο, κι εσύ αρνηθείς να το δεχτείς» είπε ο δάσκαλος «σε ποιόν ανήκει το δώρο;» 

( ζεν)

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ

Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ
απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.

Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από
το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα
της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια
στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!
Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα
που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια,
σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν.
Και μία καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό τοπίο να φανεί

Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον 'Αγγελο οι μαύροι άνθρωποι,
δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά
Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που
έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά
Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου.

«Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της
μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο
φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.

»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-
να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των άστρων

»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα
στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι

»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά,
σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»

Κυριακή 8 Μαΐου 2011


σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.
Τσαρλς Μπουκόφσκι


πώς είναι η κατάσταση
πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη
φτώχεια
κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη
φήμη.
κι αν δεν σπάσεις
με κανένα από τα δύο
υπάρχουν οι φυσιολογικές μέθοδοι
όπως οι κοινές ασθένειες
που ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο
θάνατο.
οι περισσότεροι από μας ωστόσο σπάμε πολύ πριν
απ' αυτό
όπως ήταν
κανονισμένο εξάλλου
από σεισμό
κατακλυσμό
πείνα
οργή
αυτοκτονία
απελπισία
ή απλά
από σοβαρό έγκαυμα
στη μύτη
την ώρα που ανάβεις
το τσιγάρο σου.
Τσαρλς Μπουκόφσκι

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Το θλιμμένο κρασί (Τσέζαρε Παβέζε)

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.
Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.
Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.
«H φαντασία είναι σαν τη μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στέρεη φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν «H φαντασία στην εξουσία» και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Eίναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μη γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μη γίνει υποχρεωτική. Xρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μη χάνει τη δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Aντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις τη φαντασία σου, τη δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να τη στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος.» Italo Calvino