Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2011

Θά ῾ρθει μιὰ μέρα




Θά ῾ρθει μιὰ μέρα ποὺ δὲ θά ῾χουμε πιὰ τί νὰ ποῦμε
Θὰ καθόμαστε ἀπέναντι καὶ θὰ κοιταζόμαστε στὰ μάτια
Ἡ σιωπή μου θὰ λέει: Πόσο εἶσαι ὄμορφη, μὰ δὲ
βρίσκω ἄλλο τρόπο νὰ στὸ πῶ
Θὰ ταξιδέψουμε κάπου, ἔτσι ἀπὸ ἀνία ἢ γιὰ νὰ
ποῦμε πὼς κι ἐμεῖς ταξιδέψαμε.
Ὁ κόσμος ψάχνει σ᾿ ὅλη του τὴ ζωὴ νὰ βρεῖ τουλάχιστο
τὸν ἔρωτα, μὰ δὲν βρίσκει τίποτα.
Σκέφτομαι συχνὰ πὼς ἡ ζωή μας εἶναι τόσο μικρὴ
ποὺ δὲν ἀξίζει κἂν νὰ τὴν ἀρχίσει κανείς.
Ἀπ᾿ τὴν Ἀθήνα θὰ πάω στὸ Μοντεβίδεο ἴσως καὶ
στὴ Σαγκάη, εἶναι κάτι κι αὐτὸ δὲ μπορεῖς
νὰ τὸ ἀμφισβητήσεις.
Καπνίσαμε -θυμήσου- ἀτέλειωτα τσιγάρα
συζητώντας ἕνα βράδυ
-ξεχνῶ πάνω σὲ τί- κι εἶναι κρῖμα γιατὶ ἦταν τόσο
 μα τόσο ἐνδιαφέρον.
Μιὰ μέρα, ἂς ἤτανε, νὰ φύγω μακριά σου ἀλλὰ κι
ἐκεῖ θά ῾ρθεις καὶ θὰ μὲ ζητήσεις
Δὲ μπορεῖ, Θέ μου, νὰ φύγει κανεὶς μοναχός του.

 Μανόλης Αναγνωστάκης

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Τα ποιήματα στο δρόμο   
Εκτύπωση
Μ’ αρέσουν τα ποιήματα που ζουν στο δρόμο, έξω απ’ τα βιβλία: αυτά που τουρτουρίζουν στις γωνιές κι όλο καπνίζουν σαν φουγάρα· που αναβοσβήνουν, μες στη νύχτα, σαν Χριστουγεννιάτικα λαμπάκια ―όχι αυτά που κρέμονται στα δέντρα της γιορτής, στη θαλπωρή των δωματίων, αλλά εκείνα που τονίζουνε την ερημία των σφαχτών στις μωβ βιτρίνες των συνοικιακών κρεοπωλείων.
     Τα σακατεμένα και τα μοναχικά, μ’ αρέσουν: τα ποιήματα-κοπρίτες που περπατούν κουτσαίνοντας στις σκοτεινές άκρες των λεωφόρων: αυτά που τ’ αγνοούν οι κριτικοί κι οι εκπαιδευτικοί του Μωραΐτη· που τα χτυπούν συχνά οι μεθυσμένοι οδηγοί και τα αφήνουν αβοήθητα στο δρόμο. Και τα ποιήματα-παιδάκια, όμως αγαπώ· αυτά που ενώ δεν έχουν μάθει ακόμη την αλφάβητο, μπορούν εντούτοις, με δυο λέξεις τους, να σου κολλήσουν την ψυχή στον τοίχο.
     Μ’ αρέσουν, πάλι, τα απελπισμένα κι όμως χαμογελαστά: τα ποιήματα-συνένοχοι· εκείνα που σου κλείνουνε με νόημα το μάτι. Που δεν σου πιάνουν την κουβέντα, δεν σ’ απασχολούν μα συνεχίζουνε το δρόμο τους αδιάφορα: τα ποιήματα-«δεν πρόκειται να σου ζητήσω τίποτε»· αυτά που χαιρετούν μόνο και φεύγουν, όπως μ’ αρέσουνε και τ’ άλλα, τα χαρούμενα, που προτιμούνε τα παιχνίδια απ’ το μάθημα καθώς και τα ποιήματα-παππούδες, γιατί ενώ γνωρίζουνε καλά το μάταιο της ζωής εντούτοις θέλουν να το ζήσουν.
     Δεν αγαπώ καθόλου τα ποιήματα-γεροντοκόρες που συγυρίζουν, όλη μέρα, τα δωμάτια με τις λέξεις, ούτε και τα ποιήματα-ταγιέρ, τα καθωσπρέπει. Δεν αντέχω και τα ψωνάκια: τα ποιήματα με τα πολλά αποσιωπητικά ούτε και τ’ άλλα που θεωρούν τη φύση μάνα τους κι όλο τη νοσταλγούν χωμένα πίσω απ’ τα γραφεία.
     Σιχαίνομαι αυτά που ονομάζονται συμβολικά, τα ποιήματα με μήνυμα, τα λεξιλάγνα και τ’ αφασικά· τα ποιήματα-κυρίες με αλτσχάιμερ. Ούτε και τις συνθέσεις τις μεγάλες αγαπώ: τα ποιήματα-Μπεν Χουρ, αυτούς τους λεκτικούς χειμάρρους που ’ναι γραμμένοι κυρίως για τους κριτικούς κι ας παριστάνουν τους ινστρούχτορες που ενδιαφέρονται για το καλό του κόσμου.
     Από την άλλη δεν μπορώ και τα διστακτικά: τα ποιήματα-σαντάλια με καλτσάκι ούτε και τα ποιήματα-στρατιωτικό αμπέχωνο και δήθεν Τσε Γκεβάρα, μεσημέρι στη «Λυκόβρυση».
     Δεν μου αρέσουν τα σοφά που ’ναι γραμμένα από νέους ούτε και τα νεανικά που τα ’χουν γράψει γέροι. Μου γυρίζουν τ’ άντερα τα δήθεν οικολογικά, τα ερωτικά-«καϊμάκι με πολύ σιρόπι» καθώς κι εκείνα που εκλιπαρούν τη γνώμη του αναγνώστη.
     Ούτε και τα δικά μου αγαπώ. Μ’ αρέσουν μόνο εκείνα που μου αντιστάθηκαν: αυτά που δεν κατάφερα ποτέ να γράψω. Γι’ αυτό και τα ποιήματα που ζούνε έξω απ’ τα βιβλία αγαπώ: εκείνα που ποτέ δε νοιάστηκαν αν μου αρέσουν. Αυτά που περπατούν αδιάφορα, έξω στο δρόμο, με τα χέρια στις τσέπες και μ’ έχουνε, έτσι κι αλλιώς, χεσμένο.

Νίκος Χουλιαράς

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΟΥ


Στη ζήση αφτή που τη μισούμε
στη γης αυτή που μας μισεί,
κι όσο να πιούμε δε σε σβηούμε,
πόνε πικρέ και πόνε αψύ,
που μας κρατάς και σε κρατούμε·
σ' αυτήν τη μαύρη γης και ζήση,
που περπατούσαμε τυφλά
κι ανθός για μας δεν είχε ανθίσει
κι ούτε σε δέντρον αψηλά
κρυμμένο αηδόνι κελαηδήσει,
ήρθες Εσύ μιαν άγιαν ώρα,
όραμα θείο και ξαφνικό,
και γέμισε ήλιον ανθόν, οπώρα,
κελαηδισμόν παθητικό
όλ’ η καρδιά μας, όλ’ η χώρα.
Αχ! τόσο λίγο να βαστάξει
τούτ’ η γιορτή κ’ η Πασκαλιά!…
Έφυγες κ’ έχουμε ρημάξει
ξανά και πάλ’ η Πασκαλιά
γιατ’ έτσι λίγο να βαστάξει!


Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, Κέδρος 1978

Τρίτη 31 Μαΐου 2011


ZΩΑ

Νομίζω θα τα κατάφερνα να ζήσω με τα ζώα, είναι τόσο
γαλήνια και επιφυλακτικά.
Στέκομαι και τα κοιτάζω για πολλή ώρα.
Δεν ιδρώνουν και δε γκρινιάζουν για την κατάστασή τους
Δε μένουν ξύπνια στο σκοτάδι δακρύζοντας για τα αμαρτήματά τους
Δε μ' αρρωσταίνουν συζητώντας το καθήκον τους στο Θεό
Κανένα δεν είναι δυσαρεστημένο - κανένα δεν τρελαίνεται με τη
μανία της ιδιοκτησίας πραγμάτων
Κανένα δε γονατίζει σε άλλο , ούτε για να φιλήσει το γένος του που
έζησε πριν από χιλιάδες χρόνια
Ούτε ένα δεν είναι ευηπόληπτο ή φίλεργο πάνω σε ολόκληρη τη γη.

Walt Whitman

Κυριακή 29 Μαΐου 2011


Το δώρο των προσβολών
Κάποτε ζούσε ένας σπουδαίος πολεμιστής. Παρά την προχωρημένη ηλικία του, μπορούσε να νικήσει οποιονδήποτε τον προκαλούσε. Η φήμη του έφτασε πολύ μακριά και πολλοί μαθητές έρχονταν για να μαθητεύσουν πλάι του.
Μια μέρα, ένας ασήμαντος πολεμιστής έφτασε στην πόλη, αποφασισμένος να γίνει αυτός που θα νικήσει τον σπουδαίο δάσκαλο. Μαζί με την δύναμή του, είχε το ταλέντο να εντοπίζει τις αδυναμίες του αντιπάλου του. Περίμενε πάντα τον αντίπαλο να κάνει την πρώτη κίνηση, αποκαλύπτοντας έτσι την αδυναμία του, και μετά του επιτεθότανε ανελέητα και με τρομερή ταχύτητα. Κανείς δεν είχε αντέξει μαζί του, πέραν του πρώτου γύρου της μάχης.
Παρά τις συμβουλές των μαθητών του, ο γέρος δάσκαλος δέχτηκε με χαρά την πρόκληση του νεαρού πολεμιστή. Καθώς λοιπόν είχαν λάβει τις θέσεις τους, ο νεαρός πολεμιστής άρχισε να προσβάλλει τον γέρο πολεμιστή, να του πετάει χώμα και να τον φτύνει στο πρόσωπο. Για πολλές ώρες συνέχισε να τον προσβάλλει, με κάθε γνωστή κατάρα και προσβολή. Μα ο γέρος πολεμιστής παρέμενε ατάραχος και ακίνητος, μέχρι που τελικά ο νεαρός πολεμιστής εξουθενώθηκε και αναγνωρίζοντας την ήττα του, έφυγε ντροπιασμένος.
Οι μαθητές του γέρου πολεμιστή, λίγο απογοητευμένοι που δεν έγινε μάχη, μαζεύτηκαν γύρω του και τον ρώτησαν «πως άντεξες τέτοιο εξευτελισμό; Πως κατάφερες να τον διώξεις;»
«Εάν κάποιος σου προσφέρει ένα δώρο, κι εσύ αρνηθείς να το δεχτείς» είπε ο δάσκαλος «σε ποιόν ανήκει το δώρο;» 

( ζεν)

Σάββατο 14 Μαΐου 2011

Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΩΡΑΙΑ

Συχνά, στην Κοίμηση του Δειλινού, η ψυχή της έπαιρνε αντίκρυ
απ' τα βουνά μιαν αλαφράδα, μόλο που η μέρα ήταν σκληρή και η αύριο άγνωστη.

Όμως, όταν σκοτείνιαζε καλά κι έβγαινε του παπά το χέρι πάνω από
το κηπάκι των νεκρών, Εκείνη

Μόνη της, Όρθια, με τα λιγοστά της νύχτας κατοικίδια -το φύσημα
της δεντρολιβανιάς και την αθάλη του καπνού από τα καμίνια
στης θαλάσσης την έμπαση αγρυπνούσε

Αλλιώς ωραία!
Λόγια μόλις των κυμάτων ή μισομαντεμένα σ' ένα θρόισμα, κι άλλα
που μοιάζουν των αποθαμένων κι αλαφιάζονται μέσα στα κυπαρίσσια,
σαν παράξενα ζώδια, τη μαγνητική δορυφορώντας κεφαλή της άναβαν.
Και μία καθαρότη απίστευτη άφηνε, σε μέγα βάθος μέσα της, το αληθινό τοπίο να φανεί

Όπου, σιμά στον ποταμό, παλεύανε τον 'Αγγελο οι μαύροι άνθρωποι,
δείχνοντας με ποιόν τρόπο γεννιέται η ομορφιά
Ή αυτό που εμείς, αλλιώς, το λέμε δάκρυ.

Κι όσο βαστούσε ο λογισμός της, ένιωθες, εξεχείλιζε την όψη που
έλαμπε με την πίκρα στα μάτια και με τα πελώρια, σαν παλιάς Ιεροδούλου, ζυγωματικά
Τεντωμένα στ' ακρότατα σημεία του Μεγάλου Κυνός και της Παρθένου.

«Μακριά απ' τη λοιμική της πολιτείας, ονειρεύτηκα στο πλάι της
μιαν ερημιά, όπου το δάκρυ να μην έχει νόημα, κι όπου το μόνο
φως να 'ναι από την πυρά που κατατρώγει όλα μου τα υπάρχοντα.

»Ώμο τον ώμο οι δυο μαζί ν' αντέχουμε το βάρος από τα μελλούμε-
να, ορκισμένοι στην άκρα σιγαλιά και στη συμβασιλεία των άστρων

»Σαν να μην κάτεχα, ο αγράμματος, πως είναι κει ακριβώς, μέσα
στην άκρα σιγαλιά, που ακούγονται οι πιο αποτρόπαιοι κρότοι

»Και πως, αφότου αβάσταχτη έγινε στου αντρός τα στέρνα η μοναξιά,
σκόρπισε κι έσπειρε άστρα!»

Κυριακή 8 Μαΐου 2011


σημείωση

πνίξτε τους κύκνους στα βρωμόνερα,
κατεδαφίστε τις πινακίδες,
δοκιμάστε τα δηλητήρια,
χωρίστε τις αγελάδες
απ’ τους ταύρους,
τα φυτά απ’τον ήλιο,
πάρτε τα φιλιά λεβάντας απ’τη νύχτα μου,
βγάλτε τις ορχήστρες συμφωνικής μουσικής στους δρόμους
σα ζητιάνους,
ακονίστε τα νύχια,
μαστιγώστε τις πλάτες των αγίων,
ετοιμάστε τα βατράχια και τα ποντίκια για τις γάτες,
κάψτε τους μαγευτικούς πίνακες,
κατουρίστε το χάραμα,
η αγάπη μου
είναι νεκρή.
Τσαρλς Μπουκόφσκι


πώς είναι η κατάσταση
πρώτα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με την ανυπόφορη
φτώχεια
κι ύστερα δοκιμάζουν να σε τσακίσουν με τη μάταιη
φήμη.
κι αν δεν σπάσεις
με κανένα από τα δύο
υπάρχουν οι φυσιολογικές μέθοδοι
όπως οι κοινές ασθένειες
που ακολουθούνται από έναν ανεπιθύμητο
θάνατο.
οι περισσότεροι από μας ωστόσο σπάμε πολύ πριν
απ' αυτό
όπως ήταν
κανονισμένο εξάλλου
από σεισμό
κατακλυσμό
πείνα
οργή
αυτοκτονία
απελπισία
ή απλά
από σοβαρό έγκαυμα
στη μύτη
την ώρα που ανάβεις
το τσιγάρο σου.
Τσαρλς Μπουκόφσκι

Παρασκευή 6 Μαΐου 2011

Το θλιμμένο κρασί (Τσέζαρε Παβέζε)

Το δύσκολο είναι να την αράξεις στη γωνίτσα σου δίχως να σε προσέξουν.
Τα υπόλοιπα έρχονται μόνα τους. Τρεις γουλίτσες
και σου ξανάρχεται η όρεξη να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Ορθώνεται ένα μακρινό κύμα με ξεχασμένους ψιθύρους,
τα πάντα θολώνουν, και είναι σαν θαύμα
να υπάρχεις για να χαζεύεις το ποτήρι. Η δουλειά
(γιατί οι άντρες δεν μπορούν να μη σκέφτονται τη δουλειά)
ξαναγίνεται το ανέκαθεν μοιραίο: ότι
είναι ωραίο να υποφέρεις
για να μπορείς να χάνεσαι στον πόνο. Μετά, τα μάτια
ατενίζουν το κενό, σαν πονεμένα μάτια τυφλού.
Αν αυτός ο άντρας σηκωθεί, τραβώντας σπίτι για ύπνο
θα μοιάζει μ’ έναν στραβό που ‘χασε το δρόμο. Ο καθένας
μπορεί να ξεμπουκάρει απ’ τη γωνιά και να τον αρχίσει στις γροθιές.
Μπορεί να εμφανιστεί μια γυναίκα, όμορφη και νέα,
αγκαζέ μ’ έναν άντρα, ανθίζοντας.
Όπως κάποτε μια γυναίκα άνθιζε μαζί του.
Μα δεν βλέπει. Δεν μπορεί να δει. Τραβάει σπίτι για ύπνο
και η ζωή του δεν είναι παρά ένας ψίθυρος σιγής.
Σαν τον γδύσεις, θα βρεις σαραβαλιασμένα μέλη
και την επιδερμίδα, καταφαγωμένη. Ποιος να έλεγε
ότι τον διατρέχουν άθερμες φλέβες
εκεί που άλλοτε ζεμάταγε η ζωή; Κανείς δεν θα πίστευε
πως κάποτε μια γυναίκα γέμιζε χάδια και φιλιά εκείνο το κορμί,
που, λουσμένο στα δάκρυα, τρέμει,
τώρα που έφτασε σπίτι για να κοιμηθεί,
μα δεν τα καταφέρνει, και αντί να κοιμάται, ανθίζει.
«H φαντασία είναι σαν τη μαρμελάδα, χρειάζεται να την αλείψουμε πάνω σε μια στέρεη φέτα ψωμιού. Διαφορετικά, αν η βάση είναι η φαντασία, παραμένουν όλα ένα άμορφο πράγμα, σαν μαρμελάδα, πάνω στην οποία τίποτα δεν μπορεί να οικοδομηθεί. Πριν από μερικά χρόνια έλεγαν «H φαντασία στην εξουσία» και ήταν ένα ωραίο σύνθημα, όμως στο βάθος το σημαντικό είναι ακριβώς το αντίθετο. Eίναι η φαντασία να μην πάρει ποτέ την εξουσία, να μη γίνει σύνθημα και πρόγραμμα, να μην επισημοποιηθεί ποτέ, να μη γίνει υποχρεωτική. Xρειάζεται η φαντασία να έχει κάτι με το οποίο να συγκρούεται, ώστε να μη χάνει τη δύναμή της. Σε έναν κόσμο από στέρεα πράγματα, που προχωράει προς τα εμπρός, έστω με τρόπο λίγο περιορισμένο, λίγο σφιχτό, μπορείς πάντοτε να σηκώνεις τις χρωματιστές σημαιούλες, να κρεμάς φτερά, φτερούγες πεταλούδας. Aντίθετα, αν όλα είναι φτερά και φτερούγες πεταλούδας, δεν έχεις πλέον κανένα μέρος όπου να μπορείς να κρεμάσεις τη φαντασία σου, τη δημιουργικότητά σου, δεν μπορείς να τη στερεώσεις, όλα γίνονται ομοιόμορφα και ο κόσμος γίνεται περισσότερο γκρίζος.» Italo Calvino

Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Όταν κατέβουμε τη σκάλα τι θα πούμε
στους ίσκιους που θα μας υποδεχτούνε,
αυστηροί, γνώριμοι, αόριστοι φίλοι,
μ' ένα χαμόγελο στ' ανύπαρκτα τους χείλη;

Τουλάχιστον δωπέρα είμαστε μόνοι.
Περνάει η μέρα μας, η άλλη ξημερώνει,
και μες στα μάτια μας διατηρούμε ακόμα
κάτι που δίνει στα πράγμα χρώμα.

Αλλά εκεί κάτου τι να πούμε, πού να πάμε;
Αναγκαστικά ένας τον άλλον θα κοιτάμε,
με κομμένα τα χέρια στους αγκώνες,
ασάλευτοι σαν πρόσωπα σε εικόνες.

Αν έρθει κανείς την πλάκα μας να χτυπήσει,
θα φαντάζεται πως έχουμε ζήσει.
Αν πάρει ένα τριαντάφυλλο ή αφήσει χάμου,
το τριαντάφυλλο θα 'ναι της άμμου.

Κι αν ποτέ στα νύχια μας ανασηκωθούμε,
τις βίλες του Posilipo θα ιδούμε,
Κύριε, Κύριε, και το τερραίν του Παραδείσου
όπου θα παίζουν cricket οι οπαδοί Σου.

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Μα γιατί το τραγούδι να 'ναι λυπητερό
με μιας θαρρείς κι απ' την καρδιά μου ξέκοψε
κι αυτή τη στιγμή που πλημμυρίζω χαρά
ανέβηκε ως τα χείλη μου και με 'πνιξε
φυλάξου για το τέλος θα μου πεις

Σ' αγαπάω μα δεν έχω μιλιά να στο πω
κι αυτό είναι ένας καημός αβάσταχτος
λιώνω στον πόνο γιατί νιώθω κι εγώ
ο δρόμος που τραβάμε είναι αδιάβατος
κουράγιο θα περάσει θα μου πεις

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Σε ποιαν έκσταση απάνω σε χορό μαγικό
μπορεί ένα τέτοιο πλάσμα να γεννήθηκε
από ποιο μακρινό αστέρι είναι το φως
που μες τα δυο της μάτια πήγε κρύφτηκε
κι εγώ ο τυχερός που το 'χει δει

Μες το βλέμμα της ένας τόσο δα ουρανός
αστράφτει συννεφιάζει αναδιπλώνεται
μα σαν πέφτει η νύχτα πλημμυρίζει με φως
φεγγάρι αυγουστιάτικο υψώνεται
και φέγγει από μέσα η φυλακή

Πώς μπορώ να ξεχάσω τα λυτά της μαλλιά
την άμμο που σαν καταρράχτης έλουζε
καθώς έσκυβε πάνω μου χιλιάδες φιλιά
διαμάντια που απλόχερα μου χάριζε
θα πάω κι ας μου βγει και σε κακό

Τετάρτη 13 Απριλίου 2011

"[...] Οι ναύτες είναι ακροβάτες. Φοράνε θαλασσιές φόρμες ή χακί ξεβαμμένες, γιομάτες μικρές κουκίδες κόκκινες, πράσινες, μαύρες, άσπρες. Μπορούνε ν' ανεβούνε στην κορφή του καταρτιού από ένα σκοινί, χωρίς ν' ακουμπάνε τα πόδια τους πουθενά. Μπορούν να κρατηθούν για μια στιγμή κρεμασμένοι απ' τα δόντια, να περπατήσουνε πάνω σ' έναν κάβο τεντωμένο κι από κάτω τους να κυλάει το ρέμα. Τα χέρια τους είναι γιομάτα σημάδια από χτυπήματα, μαγκώματα. Σε κάποιους λείπει δάχτυλο. Το 'φαγε μακαράς, συρματόσκοινο, βίντσι. Απόμεινε χάμω ζεστό για λίγο. Η γάτα το μύρισε κι έφυγε. Ο σκύλος του καραβιού το γνώρισε και το 'γλειψε. Το σάρωσε το τζόβενο μαζί με τ' άλλα σκουπίδια. [...] Όταν δείτε σε καμιάν εξοχή έναν άνθρωπο να 'ναι ακουμπισμένος με την πλάτη σ' έναν τοίχο και να καπνίζει ή να παίζει το κομπολόι του, είναι ναυτικός που 'χει πάρει τη σύνταξή του. Έχει πιάσει, καθώς λένε, αγκωνάρι."

"Παραμονή Χριστούγεννα ... Όσο μεθυσμένος να 'σαι, ξεζαλίζεσαι στο μομέντο. Κάθεσαι πάνω σε μια σιδερένια δέστρα και σκέφτεσαι. Οι εργάτες σχολάνε και προσπερνούν αδιάφορα. Βάνεις αυτί, μήπως ακούσεις τη γλώσσα του τόπου σου. Βγαίνεις από τους ντόκους και τριγυρνάς στην εργατική συνοικία. Βλέπεις τα φωτισμένα θαμπά τζάμια, τα δαντελένια κουρτινάκια. Ανοίγει μια πόρτα και σε χτυπά η μυρουδιά του σπιτιού, της κουζίνας. Η μάνα σου τούτη την ώρα βγάνει τους κουραμπιέδες και σε θυμάται. Έχει κλάψει από νωρίς, μα το κρύβει. Έχει δει όνειρο κακό. Καράβι κάτου απ' τα δέντρα. "Πότε θα του ξαναπλύνω τα ρούχα..." Τα λερωμένα, τ' άπλυτα, τα θαλασσοβρεγμένα ... Κάπου παίζει ένα πιάνο. Ψάχνεις για τρίτη φορά τις τσέπες σου. Στα πόδια σου γυαλίζει ένα σελίνι. Σκύβεις. Γελάστηκες. Βρέχει. Βρίσκεις ένα καταφύγιο του πρώτου πολέμου και μπαίνεις. Βρωμάει, όμως είναι ζεστά. Σκοντάφτεις πάνω σ' ανθρώπους που βλαστημάνε. Αποκοιμιέσαι καθιστός χάμω. Σηκώνεσαι μόλις φέξει. Ένας που στρίβει τσιγάρο, σε κοιτάζει και βρίζει. Βγαίνεις και χτυπάς τα πόδια σου. Βρίσκεις μια γόπα βρεμένη ... Πενήντα μέτρα πιο πέρα κυματίζει μια σημαία άσπρη και γαλάζια."


( Αποσπάσματα από το "ΒΑΡΔΙΑ", 3η έκδοση: ΆΓΡΑ, 1989 - 1996. )

Δευτέρα 11 Απριλίου 2011

Ο κήπος των ανθισμένων κοριτσιών, Μαρσέλ Προυστ

......Κι έτσι κάθε καινούργια συνάντηση είναι ένα είδος επανόρθωσης που μας επαναφέρει σε ό,τι πραγματικά είχαμε δει. Είχαμε ήδη χάσει την ανάμνησή του, γιατί τελικά αυτό που λέμε να θυμάσαι έναν άνθρωπο, είναι στην πραγματικότητα να τον ξεχνάς......

Παρασκευή 1 Απριλίου 2011


       οι πόλεις και τα σημάδια 1
     Περπατάς για μέρες ανάμεσα στα δέντρα και τις πέτρες. Σπάνια το μάτι σου σταματάει πάνω σ' ένα πράγμα κι αυτό μόνο όταν το έχει αναγνωρίσει από το σημάδι κάποιου άλλου πράγματος: ένα αποτύπωμα πάνω στην άμμο δείχνει το πέρασμα της τίγρης, ένας βάλτος αναγγέλλει μία φλέβα νερού, ο λουλούδι του ιβίσκου το τέλος του χειμώνα. Τα υπόλοιπα μένουν βουβά και συνεχώς αλλάζουν θέση μεταξύ τους : τα δέντρα κι οι πέτρες είναι μόνο αυτά που είναι.
     Τελικά το ταξίδι σε οδηγεί στη πόλη Ταμάρα. Εκεί μπαίνεις από δρόμους γεμάτους επιγραφές που προεξέχουν από τους τοίχους. Το μάτι δε βλέπει πράγματα αλλά σχήματα πραγμάτων που σημαίνουν άλλα πράγματα, η τανάλια δείχνει το σπίτι του πρακτικού οδοντογιατρού, το τσουκάλι την ταβέρνα, οι λόγχες τους στρατώνες, η ζυγαριά το μανάβικο.
     Αγάλματα και θυρεοί απεικονίζουν λιοντάρια δελφίνια πύργους αστέρια, σημάδι πως κάτι -ποιός ξέρει τι- έχει για σημάδι ένα λιοντάρι ή δελφίνι ή πύργο ή αστέρι. 'Aλλα σήματα ειδοποιούν γι' αυτό που σ' ένα μέρος απαγορεύεται - να μπαίνεις στο δρομάκι με τα κάρα, να κατουράς πίσω απ' το κιόσκι, να ψαρεύεις με το καλάμι απ' την γέφυρα- και γι' αυτό που επιτρέπεται -να ποτίζεις τις ζέμπρες, να παίζεις με τις μπίλλιες, να καις τα πτώματα των γονιών σου-.
     Από τις πόρτες των ναών φαίνονται τα αγάλματα των θεών, ο καθένας με τα δικά του χαρακτηριστικά: το κέρας της Αμαλθείας, την κλεψύδρα, την μέδουσα, έτσι που ο πιστός μπορεί να τους αναγνωρίσει και να τους απευθύνει τις ανάλογες προσευχές. Αν κάποιο κτίριο δεν έχει καμμιά επιγραφή ή σχήμα, η ίδια η του η μορφή κι η θέση του μέσα στη διάταξη της πόλης αρκούν για να δείξουν τη λειτουργία του, το παλάτι, η φυλακή, το νομισματοκοπείο, η πυθαγόρειος σχολή, το πορνείο.
     Ακόμα και τα εμπορεύματα που οι πωλητές εκθέτουν στους πάγκους αξίζουν όχι αυτά καθαυτά αλλά σα σημάδια άλλων πραγμάτων, ο κεντημένος κεφαλοδέτης σημαίνει κομψότητα, το χρυσοποίκιλτο κλειστό φορείο εξουσία, οι τόμοι του Αβερόη γνώση, το περιδέραιο του αστραγάλου ηδονή. Το βλέμμα διατρέχει τους δρόμους σαν να ήταν γραμμένες σελίδες: η πόλη σου υπαγορεύει κάθε τι που πρέπει να σκεφτείς, σε κάνει να επαναλαμβάνεις το δικό της λόγο κι ενώ πιστεύεις πως επισκέπτεσαι την Ταμάρα δεν κάνεις άλλο από το να καταγράφεις τα ονόματα που μ' αυτά εκείνη καθορίζει τον εαυτό της κι όλα της τα μέρη.
     Πως είναι η αληθινή πόλη κάτω απ' αυτό το πυκνό περίβλημα των σημαδιών, τι περιέχει ή τι κρύβει, φεύγεις από την Ταμάρα χωρίς να το μάθεις.
     Έξω εκτείνεται η γη, άδεια, ώς τη γραμμή του ορίζοντα, ανοίγει ο ουρανός, τρέχουν τα σύννεφα.
     Στη μορφή που το τυχαίο κι ο αέρας δίνουν στα σύννεφα γυρεύεις ήδη ν' αναγνωρίσεις σχήματα: ένα ιστιοφόρο, ένα χέρι, έναν ελέφαντα... 

Δευτέρα 28 Μαρτίου 2011


ΟΥΛΑΛΟΥΜ . . .
Ήταν σα να σε πρόσμενα Κερά
απόψε που δεν έπνεε έξω ανάσα,
κι έλεγα: Θάρθει απόψε απ' τα νερά
κι από τα δάσα.
Θάρθει, αφού φλετράει μου η ψυχή,
αφού σπαρά το μάτι μου σαν ψάρι
και θα μυρίζει ήλιο και βροχή
και νειό φεγγάρι . . .
Και να, το κάθισμά σου σιγυρνώ,
στολνώ την κάμαρά μας αγριομέντα,
και να, μαζί σου κιόλας αρχινώ
χρυσή κουβέντα:
. . . Πως – να, θα μείνει ο κόσμος με το "μπά"
που μ' έλεγε τρελόν πως είχες γίνει
καπνός και - τάχας - σύγνεφα θαμπά
προς τη Σελήνη . . .
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Νύχτωσε και δεν φάνηκες εσύ·
κίνησα να σε βρω στο δρόμο - ωιμένα -
μα σκούνταφτες (όπου εσκούνταφτα) χρυσή
κι εσύ με μένα.
Τόσο πολύ σ' αγάπησα Κερά,
που άκουγα διπλά τα βήματα μου!
Πάταγα γω - στραβός - μεσ' τα νερά;
κι εσύ κοντά μου . . .

Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Η διαθήκη μου



Ἀντισταθεῖτε
σ᾿ αὐτὸν ποὺ χτίζει ἕνα μικρὸ σπιτάκι
καὶ λέει: καλὰ εἶμαι ἐδῶ.
Ἀντισταθεῖτε σ᾿ αὐτὸν ποὺ γύρισε πάλι στὸ σπίτι
καὶ λέει: Δόξα σοι ὁ Θεός.
Ἀντισταθεῖτε
στὸν περσικὸ τάπητα τῶν πoλυκατοικιῶν
στὸν κοντὸ ἄνθρωπο τοῦ γραφείου
στὴν ἑταιρεία εἰσαγωγαὶ- ἐξαγωγαί
στὴν κρατικὴ ἐκπαίδευση
στὸ φόρο
σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ.
Ἀντισταθεῖτε
σ᾿ αὐτὸν ποὺ χαιρετάει ἀπ᾿ τὴν ἐξέδρα ὦρες
ἀτέλειωτες τὶς παρελάσεις
σ᾿ αὐτὴ τὴν ἄγονη κυρία ποὺ μοιράζει
ἔντυπα ἁγίων λίβανον καὶ σμύρναν
σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ.
Ἀντισταθεῖτε πάλι σ᾿ ὅλους αὐτοὺς ποὺ λέγονται
μεγάλοι
στὸν πρόεδρο τοῦ Ἐφετείου ἀντισταθεῖτε
στὶς μουσικὲς τὰ τούμπανα καὶ τὶς παράτες
σ᾿ ὅλα τ᾿ ἀνώτερα συνέδρια ποὺ φλυαροῦνε
πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι
σ᾿ ὅλους ποὺ γράφουν λόγους γιὰ τὴν ἐποχὴ
δίπλα στὴ χειμωνιάτικη θερμάστρα
στὶς κολακεῖες τὶς εὐχὲς τὶς τόσες ὑποκλίσεις
ἀπὸ γραφιάδες καὶ δειλοὺς γιὰ τὸ σοφὸ
ἀρχηγό τους.
Ἀντισταθεῖτε στὶς ὑπηρεσίες τῶν ἀλλοδαπῶν
καὶ διαβατηρίων
στὶς φοβερὲς σημαῖες τῶν κρατῶν καὶ τὴ
διπλωματία
στὰ ἐργοστάσια πολεμικῶν ὑλῶν
σ᾿ αὐτοὺς ποὺ λένε λυρισμὸ τὰ ὡραῖα λόγια
στὰ θούρια
στὰ γλυκερὰ τραγούδια μὲ τοὺς θρήνους
στοὺς θεατὲς
στὸν ἄνεμο
σ᾿ ὅλους τοὺς ἀδιάφορους καὶ τοὺς σοφοὺς
στοὺς ἄλλους ποὺ κάνουνε τὸ φίλο σας
ὡς καὶ σὲ μένα, σὲ μένα ἀκόμα ποὺ σᾶς ἱστορῶ
ἀντισταθεῖτε.
Τότε μπορεῖ βέβαιοι νὰ περάσουμε πρὸς τὴν
Ἐλευθερία.

Μιχάλης Κατσαρός